H εκπομπή μου «Με υπογραφή Ντόρα Πολίτη» στην TV Μυτιλήνης κάθε Πέμπτη στις 10 το βράδυ και επανάληψη την Παρασκευή στις 4 μ.μ.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Η Μοναχική Ζωή του «Ξένου» Εκείνου

Η  Μοναχική Ζωή του «Ξένου» Εκείνου
 
Γεννήθηκε σε ένα απομονωμένο χωριουδάκι.
Ήταν το παιδί ενός φτωχοκόριτσου.
Μεγάλωσε σε ένα ακόμα απομονωμένο χωριό,
Όπου δούλεψε σε μαγαζί σαν μαραγκός,
Μέχρι τα τριάντα του χρόνια.

Μετά για τρία χρόνια,
Ήταν ένας πλανόδιος ιεροκήρυκας.
Ποτέ δεν έγραψε κάποιο βιβλίο.
Ποτέ δεν κράτησε γραφείο εξουσίας.
Ποτέ δεν έκανε οικογένεια η απόκτησε σπίτι.
Δεν πήγε σε Πανεπιστήμιο.
Δεν επισκέφτηκε ποτέ κάποια μεγάλη πολιτεία.
Ποτέ δεν ταξίδεψε ούτε 200 μίλια,
Από τον τόπο που γεννήθηκε.
Δεν έκανε κανένα από εκείνα τα πράγματα
Που τα συνοδεύει το μεγαλείο.
Δεν είχε άλλο διαπιστευτήριο  από τον εαυτό του.

Ήταν μόνο 33 χρόνων,
Όταν το κύμα της κοινής γνώμης γύρισε εναντίον του.
Οι φίλοι του κρύφτηκαν μακριά του.
Άλλοι, τον παρέδωσαν στους εχθρούς του,
Και  υπέστη το χλευασμό σε μια δίκη παρωδία.

Καρφώθηκε στο σταυρό,
Μεταξύ δύο ληστών.
Εκείνος πέθαινε, και οι δήμιοι του,
Κλήρωναν μεταξύ τους τα ρούχα που φορούσε,
Τη μόνη περιουσία που είχε πάνω στη Γή.
Πεθαμένο πια, τον ακούμπησαν σε ξένο μνήμα,
Χάρη στη λύπηση ενός φίλου.

Είκοσι αιώνες  ήρθαν και έφυγαν από τότε,
Και σήμερα, Εκείνος είναι η κεντρική φιγούρα
Ολόκληρης της οικουμένης
Και ο ηγέτης της προόδου της ανθρωπότητας.

Όλα τα στρατεύματα που συγκεντρώθηκαν ποτέ στο κόσμο,
Όλοι οι στόλοι που ποτέ έχουν πλεύσει,
Όλα τα κοινοβούλια που κυβέρνησαν ποτέ,
Όλοι οι βασιλείς που ποτέ βασίλευσαν,
Δεν μπόρεσαν ποτέ να επηρεάσουν
Την εξέλιξη του ανθρώπου πάνω στη Γή,
Όσο αυτή η μοναχική ζωή του «ξένου» Εκείνου!

Μετάφραση Ντόρας Πολίτη από το κείμενο στα αγγλικά, του Rev. Dr. James AlleFrances 

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Η πόρνη της παλιάς μας γειτονιάς...

Αφιερωμένο σε όλες τις Βασιλείες του κόσμου τούτου...

Αυτή ήταν το μίασμα! 
Ούτε ο σαράφης, που έπαιρνε τις χρυσές βέρες των μεροκαματιάρηδων για δυο ενέσεις πενικιλίνης. Ούτε η μεγαλοκυρία του αρχοντόσπιτου κοντά στην εκκλησία, που ξυλοφόρτωνε αλύπητα τη παρακόρη τη Περσεφόνη. Ούτε βέβαια ο άνδρας της, που "σορομαδούσε" τη κακομοίρα τη Περσεφόνη, όταν κοιμόταν τα βράδια η μεγαλοκυρία. 
Αλλά ούτε κι' ο κυρ Επίτροπος,  -νοικοκύρης και θεοσεβούμενος μαθές-,  που μες τη νύχτα, κρυφάνοιγε το πορτί της πόρνης και ξαπλαντάρωνε στο ντιβάνι της!
Όχι αυτοί, η Βασιλεία ήταν το μίασμα!
Γιατί, εκείνη έπαιρνε αντίτιμο όταν τη "σορομαδούσαν" οι πελάτες στη κάμαρα του συνοικισμού στη Χρυσομαλλούσα...
Ήταν τότε, στα χρόνια της λαϊκής γειτονιάς, των ανθισμένων περιβολιών αλλά και της χαμένης αθωότητας.
Πελατεία μεγάλη, δεν είχε η Βασιλεία. Ήταν κακομούτσουνη, την είχαν πάρει και τα χρόνια...
Ποτέ δε μάλωνε με τη γειτονιά κι' ας έφτυναν στο κατόπι της.
Περπατούσε μακριά από τα κατώφλια των νοικοκυράδων αλλά με ψηλά κρατημένο το κεφάλι. Σα να 'βλεπε μόνο τις κορφές των δένδρων.
Πιο ψηλά, προς τον ουρανό, δε θα τολμούσε ν' ατενίσει...
Δεν έσμιγε τα βλέμματα των άλλων η Βασιλεία. Λες κι' αν δεν έβλεπε, δε θα την έβλεπαν κι' όλας. Και μόνο σαν τύχαινε ξώφαλτσα ν'  ανταμώσεις τα μάτια της, σ' έπιανε ένα σύγκρυο αλλιώτικο και δεν ήξερες από που να φύγεις...
Θυμάμαι εκείνα τα μάτια με τους μελανιασμένους  κύκλους ολόγυρα... 
Είχαν κάτι σαν ικεσία, σαν περαστική λάμψη αγνότητας. 
Κάτι, σαν άφωνο πόνο δαρμένου σκυλιού.
Κάτι σα βουβό "κατηγορώ", σά γροθιά που σ' έβρισκε στο στομάχι και πονούσες μέχρι βαθιά στη...συνείδηση!
Ίσως γι' αυτό την υπερασπίστηκε κάποτε σε δίκη για να μη χάσει το γυιό της, ο σπουδαίος τότε δικηγόρος  Γεώργιος Α. Βογιατζής.
Για το βουβό "κατηγορώ" ίσως, για το πόνο του δαρμένου σκυλιού στα σκοτεινιασμένα της μάτια...
Οι παντοθειές της γειτονιάς, η κυρά Σταυρίτσα και η θειά  Κατίγκω, έλεγαν πως η Βασιλεία κάνει και ψυχικά! 
Πως η χήρα με το κοιλάρφανο τη Βαγγελούδα, ζούσαν γιατί η...πόρνη φρόντιζε! Και πως σαν πήρε φωτιά ο παλιόπυργος της φαμελίτισσας  οικογένειας και απόμειναν στο δρόμο, η πόρνη πάλι έστειλε παπλώματα και ρουχικά για τη προίκα των κοριτσιών. Και θέλησε να μη μαθευτεί πουθενά το χερικό...
Κι' άλλα!
Πως άφηνε μές τη νύχτα καντήλια χρυσά, στη Παναγιά Χρυσομαλλούσα.
Πως ξέθαβαν με δικά της έξοδα ξεχασμένους παρακατιανούς, τους έκανε και κασάκια με...καλλιγραφικά γραμμένο τ' όνομα τους απέξω!
Έτσι λέγαν πως ήταν αυτό, το στραπατσαρισμένο σκαρί η Βασιλεία, εκείνοι που ξέρανε.
Εγώ, μωρό  της γειτονιάς τότε, ξέρω μόνο τούτο και το θυμάμαι "σαν όνειρο σα παραμύθι τάχα". Πως πίσω από το θολό τζάμι της στενής πόρτας της με το ξεθωριασμένο γαλάζιο κουρτινάκι, έβλεπα όλα τα χρόνια της παιδικής μου ζωής, ένα καντήλι πάντα αναμμένο. Κρεμόταν απο το χαμηλό ταβάνι , μπροστά σ' ενα μοναδικό εικόνισμα κάποιας θλιμμένης Παναγιάς...
Εκείνη τη Μεγάλη Πέμπτη, η Βασιλεία τόλμησε το παράτολμο.
Έφερε στην εκκλησιά ένα όμορφο στεφάνι με ροζ Μαγιάτικα τριαντάφυλλα και μωβ βιολέτες, κι' ένα χαρτί γεμάτο σπιτικό μοσχολίβανο. 
Ήταν τα "μύρα" της για τον Εσταυρωμένο.
Μισοκρύφτηκε πίσω απ' το πεζούλι με τ' ανθισμένα φλάμπουρα της εκκλησιάς, κι' έδωσε σε μας τα παιδιά,  τα ταπεινά της δώρα : " Για το Χριστό -είπε-,  δώστε τα στο κύρ-Επίτροπο".
Δε χρειάστηκε, εκείνος είχε δει. 
Αφηνιασμένος θαρρείς ο "ευσεβής" τούτος, άρπαξε το στεφάνι της Βασιλείας, το πέταξε στο χώμα και το τσαλαπάτησε με λύσσα. 
Και το μοσχολίβανο την ίδια τύχη είχε, και η ίδια η Βασιλεία,  σαν την άρπαξε απ' τα μαλλιά και τη σβούριξε χάμω τσιρίζοντας: "Μη σε ξαναδώ κοντά στην εκκλησιά παλιοβρόμα, θα σου ξυρίσω το κεφάλι...!
Φαίνεται, πως ο κυρ-Επίτροπος,  δεν είχε ακούσει ποτέ  του πίσω απ' το παγκάρι, το: "...πόρνη προσήλθε Σοι μύρα συν δάκρυσι,  κατακενούσα Σου ποσί φιλάνθρωπε..."!

Το άλλο βράδυ, Ο Επιτάφιος ανέβαινε τη Χρυσομαλλούσης με το πιστό ποίμνιο ν' ακολουθεί. "Αι γενεαί  πάσαι " ήταν εκεί, εκτός από τη Βασιλεία.
Στο σοκάκι της Αδαίου, κρυμμένη μες το σκοτάδι, πεσμένη στα γόνατα ήταν η πόρνη. 
Έκλαιγε, σερνόταν μες τη σκόνη, τα μαλλιά της δεμένα στο πένθιμο μαντήλι.
Παιδί ήμουν κι' έμεινα να κοιτάζω. Μα ήταν η Βασιλεία στ' αλήθεια; 
Γιατί στο φώς της λαμπάδας, μου φάνηκε πως εκείνη η μαυροφορούσα ήταν η γυναίκα στο εικόνισμα του σπιτιού μας: Η ίδια η...Μαρία η Μαγδαληνή!
Πολλά χρόνια μετά, έμαθα πως η Βασιλεία πέθανε μιά Μεγάλη Πέμπτη!
"Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου..."!
Τη κηδέψανε θέλοντας και μη,  Μεγάλη Παρασκευή, μαζί μ' Εκείνον...

Ντόρα Πολίτη

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ένας Θεός ανοιχτοχέρης... κι Έλληνας!

Όπου νάναι τούτες τις μέρες, θα ξανακουστεί το «έστησ' ο έρωτας χορό με το ξανθόν Απρίλη»!
Και γοητεύουν τη ψυχή σου τέτοιες ποιητικές εκφράσεις, ιδιαίτερα αν το περιβάλλον ανασκουμπώνει τα μανίκια του να μπουμπουκιάσει, να πρασινίσουν τα ξεροτόπια, να τσιμπολογήσει απ' τη χούφτα σου το περιστέρι του μπαξέ. Σε τραβούν τα δρομάκια μέσα στη νιούτσικη βλάστηση, με τις ξεθαρρεμένες έστω και μες στο κρύο πεντελίθρες, τις βελουδένιες λευκές μαργαριτούλες, τους ροδαλούς ασφόδελους.



Σε προσκαλούν αμίλητα τα ταπεινά ξωκλήσια, περισσότερο απ' τις βαριές εκκλησιές, τις πατικωμένες στο λούσο και τη ματαιοδοξία.
«Κύριε συγχώρησον και ελέησον...»!
Το στενό πορτάκι ήταν ανοιχτό. Παραδίπλα, μια κανελιά... κατσίκα, μασούλαγε το τροφαντό χορτάρι, δεμένη με μακρύ σκοινί σ' ένα... αρχαίο μάρμαρο, που κουτρουβάλησε απ' τα ερείπια του Κάστρου!
Κατέβηκα τα σκαλισμένα στο βράχο σκαλοπάτια «μετά φόβου Θεού...».
Μια ανατριχίλα εσώψυχη σε κυριεύει σε τέτοιες μοναχικές επισκέψεις, σα ξεκινάς να αποδώσεις «Τα Σα εκ των Σων...».
Απόγευμα των Χαιρετισμών της Παναγίας...
Πυκνό το θυμίαμα στο κεραμιδένιο θυμιατήρι, μοσχοβολούσε στη σπηλιά της Παναγίας της Γαλατούσας.
Πρόσθεσα και το δικό μου το σπιτικό αγιολίβανο, που μου είχε μάθει η γλυκιά μου μάννα να ζυμώνω, με εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, κόκκινο κρασί, μαστίχα και μοσχοκάρφια.
Τρία όλα κι' όλα τα καντηλάκια, λαμπύριζαν σα μάτια αθώων παιδιών σα ψυχές αγίων μαρτύρων. 
Το μοναδικό μανουάλι, γυαλισμένο με φροντίδα περισσή, αντανακλούσε ανάρια πρόσωπα στο τρεμοφέγκισμα μοναχικών κεριών.
«Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια...». Φωνή μελωδική, από χείλη παιδιού αμούστακου ακόμα! Γίνονται αλήθεια και τέτοια θαύματα!
Όλα καλά. Και τα πεζούλια απέξω ασβεστωμένα, φρεσκοπλυμένος ο βράχος της Παναγιάς, από χέρια ευλαβικά και τυραγνισμένα.
Τα ξέρω τα χέρια τούτα, και τα ασπάζομαι χωρίς να τ' αγγίξω. Δε θέλει η ταπεινή, σκυφτή, μαυροφορούσα ύπαρξη να αναγνωρίζουν οι άλλοι, πως δίνει το αίμα της καρδιάς της σε κείνο το καλύβι του βράχου. 
Όλα καλά...
Μόνο που το Κάστρο τούτο, απ' όπου κι αν το δεις, πάντοτε σε πληγώνει...
Τόσες μελέτες ακριβοπληρωμένες και αναξιοποίητες. Τόσες σκαλωσιές που σάπισαν αχρησιμοποίητες, ακουμπισμένες στα «σφαγμένα» από την αδιαφορία τείχη!
Ανάβουν ένα γύρω οι προβολείς μες το σκοτάδι. Και με το ανέμισμα των πεύκων, έτσι που σαλεύουν οι σκιές πάνω στις πολεμίστρες, θαρρείς πως ξύπνησαν τα σκέλεθρα των Γατελούζων και των στρατιωτών της Μαρίας Παλαιολογίνας και ζητούν ανάπαυση, δικαίωση και συχώριο.
Κι έρχεται το χάραμα, και χρυσίζει ο «ηλιάτορας» απ' την ανατολή, τη πεσμένη, ταπεινωμένη απ' την αδιαφορία ιστορία μας. Και κρώζουν πάνω στα ερείπια οι κάργες και οι δεκοχτούρες σα μοιρολογήτρες, το τέλος...
Ας είναι όμως. Τώρα που πάλι ο έρωτας θα ’χει χορό με τον ξανθόν Απρίλη, οι γητειές της ευλογημένης λεσβιακής φύσης, αποπλανούν τη λογική του νου.
Και στέκεσαι ανάμεσα στις πεντελίθρες, τις ίριδες και τα ξεστρατισμένα προβατόπουλα, παραδομένος στην απόλαυση του ταπεινότερου των μεγαλείων: Τη φύση, που επιμένει να ανασταίνεται, παρ' όλα τα καρφιά τα μπηγμένα στα τρυφερόκαρδα σπλάχνα της.
Τη φύση τη δική μας, του τόπου μας του μοναδικού.
Δώρο πανευλόγητο, ενός Θεού ανοιχτοχέρη... κι Έλληνα!
Ντόρα Πολίτη